αλλάς

αλλάς
(-αντος) ο колбасное изделие

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "αλλάς" в других словарях:

  • αλλάς — ἀλλᾶς ( ᾶντος), ο (Α) 1. λουκάνικο, αιματιά, σουτζούκι 2. πληθ. οι αλλάντες*. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀλλᾶς είναι αβέβαιης ετυμολογικής προελεύσεως, πράγμα που ισχύει και για πολλές άλλες λέξεις που έχουν σχέση με τη μαγειρική. Συνήθως η λ. ανάγεται σε… …   Dictionary of Greek

  • ἀλλάς — ἀλλά̱ς , ἀλλᾶς force meat masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλᾶς — ἀλλᾶ̱ς , ἀνά λάω 1 pres ind act 2nd sg (doric) ἀλλᾶ̱ς , ἀνά λάω 2 seize pres ind act 2nd sg (doric) ἀλλᾶ̱ς , ἀνά λάζω fut ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλλας — ἄλλᾱς , ἄλλος y fem acc pl ἄλλᾱς , ἄλλος y fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλᾶντα — ἀλλᾶς force meat masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλᾶντας — ἀλλᾶς force meat masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλᾶντες — ἀλλᾶς force meat masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλᾶντι — ἀλλᾶς force meat masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλᾶντος — ἀλλᾶς force meat masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλᾶσι — ἀλλᾶς force meat masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλλᾶσιν — ἀλλᾶς force meat masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»